Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΣ ΛΑΓΟΣ,
 Της Κατερίνας Τζωρτζακάκη

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας λαγός, γνωστός κι από άλλο παραμύθι. Απογοητευμένος περιφερόταν στο δάσος και σκεφτόταν συνεχώς το πάθημά του. Πώς ήταν δυνατόν να χάσει σε έναν αγώνα δρόμου από μια χελώνα; Είχε ταπεινωθεί όσο δεν φανταζόταν ποτέ. Είχε χάσει κάθε όρεξη για τρέξιμο ή για φαγητό. Απέφευγε να κάνει παρέα με τα άλλα ζώα, τα οποία μετά τον αγώνα δρόμου γέλασαν μαζί του μα σύντομα ξέχασαν ό,τι συνέβη. Όταν συναντούσε το ελάφι ή την αλεπού, άλλαζε δρόμο. Κάποιες φορές τον ρώτησαν τι του συνέβαινε. «Έφαγα κάτι χαλασμένα καρότα και αρρώστησα» απάντησε ξεροβήχοντας και με μερικά πηδηματάκια απομακρύνθηκε χωρίς να πει άλλη λέξη.
Ένα πρωί σαν όλα τα προηγούμενα βρισκόταν κάτω από ένα δέντρο και λυπόταν ξανά και ξανά τον εαυτό του. Από την άλλη μεριά του δέντρου άκουσε κάτι σαν κλάμα. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να απομακρυνθεί με ένα πήδημα. «Κι άλλος δυστυχισμένος, σκέφτηκε. Ποιος ξέρει τι του έτυχε εκείνου. Πάντως σίγουρα όχι κάτι σοβαρό σαν αυτό που έπαθα εγώ. Η αποτυχία, η ντροπή είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να ζήσει κανείς.»
Όμως το κλάμα συνεχίστηκε. Ο λαγός ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Από τότε που έχασε στον αγώνα δρόμου είχε γίνει κάπως ευαίσθητος. Πριν ήταν αδιάφορος για τον πόνο των γύρω του και αλαζόνας και ίσως και κάπως επιφανειακός. Τώρα όμως η λύπη τον είχε κάνει να συμπονά. Αυτό κάνει συνήθως η λύπη.
Ένα παιδί ήταν στην άλλη μεριά του δέντρου κι έκλαιγε. «Τι σου συμβαίνει, αγοράκι;», ρώτησε ο λαγός πλησιάζοντας.
«Είμαι ο χειρότερος μαθητής στα μαθηματικά», απάντησε το παιδί.
«Κι εγώ ο χειρότερος δρομέας», είπε ο λαγός και γέλασε κυνικά.
«Μα πώς; Εσύ είσαι ο πιο γρήγορος του δάσους!»
«Ήμουν κάποτε μα με ταπείνωσε μια χελώνα»
«Εμένα με ταπεινώνει ο δάσκαλός μου και οι συμμαθητές μου. Ποτέ δεν θα γίνω σαν αυτούς. Θα είμαι πάντα χαζός.»
«Εμένα μου φαίνεσαι πολύ έξυπνος», είπε ο λαγός και του χαμογέλασε. Είχε πραγματικά πολύ καιρό να χαμογελάσει και το έκανε για να δώσει θάρρος στο λυπημένο αγόρι.
«Αλήθεια; Τότε γιατί δεν τα καταφέρνω στο σχολείο;»
«Δεν ξέρω. Πάντως χαζός δεν είσαι. Χαζός ήμουν εγώ που έχασα από τη χελώνα σε αγώνα δρόμου.»
«Θέλεις να γίνουμε φίλοι;», ρώτησε το αγόρι δειλά.
«Ναι», είπε ο λαγός και κάτι έλαμψε μέσα του.
«Μήπως ξέρεις καθόλου μαθηματικά;», ρώτησε το αγόρι δειλά και πάλι.
«Μμμμμ… Όταν ήμουν λαγουδάκι στο σχολείο του δάσους κάναμε μαθηματικά. Μα τότε νόμιζα πως ήμουν γρήγορος και δεν χρειαζόταν να μάθω τίποτα. Δεν πρόσεχα πολύ στο μάθημα, ούτε διάβαζα πολύ.»
«Κρίμα…», είπε το αγόρι απογοητευμένο.
«Μπορώ όμως να προσπαθήσω να μάθω μαζί σου. Να έρχεσαι κάθε μέρα σε αυτό το δέντρο με το βιβλίο σου. Θα διαβάζουμε μαζί. Ευκαιρία να κάνω και κάτι άλλο σε αυτόν τον κόσμο εκτός από το να περιφέρω τη ντροπή και τη θλίψη μου. Ξέρεις, με νίκησε η χελώνα στον αγώνα δρόμου, δεν ξέρω αν σου το είπα…»
«Μα ξεπέρασέ το, βρε λαγέ! Και τι έγινε πού έχασες σε έναν αγώνα δρόμου;»
Ο λαγός έμεινε αποσβολωμένος. Όντως. Τι έγινε που έχασε σε έναν αγώνα δρόμου; Τίποτα το ανεπανόρθωτο. Τώρα που είχε στόχο να βοηθήσει το παιδί στα μαθηματικά η περιπέτειά του με τη χελώνα του φαινόταν εντελώς ασήμαντη.
Βλέποντας τα μάτια του παιδιού να το κοιτάζουν με ελπίδα ένιωσε το  ξόρκι της αποτυχίας του να λύνεται. Ένιωσε στα πόδια του φτερά. Ένιωσε πάλι χαρά στην καρδιά του. Ενθουσιασμένος ονειρεύτηκε ένα καλύτερο αύριο για εκείνον και τον φίλο του.  Αγκάλιασε το παιδί και του υποσχέθηκε να το βοηθήσει όσο περισσότερο μπορούσε. Έτσι και έγινε.
Και ξέρετε κάτι; Τελικά ο λαγός ήταν καλός στα μαθηματικά. Αλλά και το αγόρι δεν ήταν χαζό. Απλώς ο δάσκαλός του δεν ήξερε τον τρόπο να του διδάξει τα μαθηματικά. Μερικές φορές χρειαζόμαστε τον δικό μας τρόπο για να μάθουμε κάτι και δεν μας βοηθάει ο τρόπος που χρησιμοποιούν τόσοι και τόσοι άλλοι.
Έτσι ο λαγός με τη βοήθεια του παιδιού βρήκε πάλι τον εαυτό του.
Μια μέρα είδε τη χελώνα από μακριά. «Χελωνίτσα μου καλή! Τι κάνεις; Είσαι τόσο όμορφη! Θέλω να σου πω πόσο σε ευχαριστώ για το πάθημα που μου χάρισες! Μου άλλαξες τη ζωή!» της είπε και της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο.
«Αυτός ο λαγός δεν είναι καθόλου καλά…», μουρμούρισε η χελώνα και απομακρύνθηκε απορημένη μα μέσα της χαιρόταν που ο φίλος της είχε ξεπεράσει επιτέλους την αποτυχία του.

Μια ιστορία εμπνευσμένη από την επίσκεψή μου στο σπίτι μιας οικογένειας του HomeStart Πειραιά και την αρχή μιας νέας σχέσης με δυο δίδυμα αδέρφια δέκα ετών, που έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά. Η δουλειά που κάνουμε στο HomeStart, όπως και κάθε εθελοντική εργασία είναι πάνω από όλα έμπνευση. Είναι σχέση. Οι εθελοντές επισκέπτονται τις οικογένειες στα σπίτια τους. Αναπόφευκτα θα δεθούν περισσότερο μαζί τους. Θα μάθουν τους εξυπηρετούμενους πολύ καλύτερα από ό,τι αν τους έβλεπαν σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον αφού θα τους δουν να κινούνται στον οικείο χώρο τους. Θα νιώσουν πως συμμετέχουν με κάποιο τρόπο στη ζωή των οικογενειών αυτών.

 Όταν δουλεύουμε με παιδιά, η αίσθηση της ευθύνης είναι πάντα μεγάλη. Μα η ελπίδα πως ίσως αφήσουμε κάτι λίγο,  κάτι ελάχιστο στη ζωή τους είναι το κίνητρο και αυτό που τελικά κάνει αυτήν την προσπάθεια να αξίζει


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016


Οι μικρές ιστοριούλες της Σαβίνας

Ένα παραμύθι για παιδιά αλλά και για μεγάλους

Στο σπιτάκι του Άι Βασίλη επικρατεί βαριά ατμόσφαιρα. Ο καημένος αρρώστησε στην πιο ακατάλληλη εποχή του χρόνου. Βήχει, τον πονάει ο λαιμός του και ανέβασε υψηλό πυρετό. Αισθάνεται εξαντλημένος και καταστενοχωρημένος. Με δυσκολία σηκώνεται από το κρεβάτι, Στο εργαστήρι του επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Τα ξωτικά ανησυχούν. Είναι αδύνατον να ολοκληρώσουν τις παραγγελίες των παιδιών ως την πρωτοχρονιά.
-Άι Βασίλη τι θα απογίνουμε τώρα; Χωρίς εσένα δε γίνεται δουλειά.
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε ο καλός Άγιος και βρήκε τη λύση.
-Ακούστε τι θα κάνουμε, είπε στα ξωτικά του.
Φέτος δε θα μοιράσουμε δώρα σε όλα τα παιδάκια.Θα μοιράσουμε μόνο στα πιο φτωχά. Σε αυτά που οι γονείς τους είναι φτωχοί άνεργοι και δεν μπορούν να τους αγοράσουν κανένα δώρο.
- Και στα άλλα; Θα περιμένουν και αυτά το δώρο τους.
-Στα άλλα θα γράψουμε από ένα γράμμα και θα τους εξηγήσουμε ότι φέτος πρέπει να σκεφτούν ότι είναι ανάγκη να παραχωρήσουν τη θέση τους στα ανήμπορα φτωχά σπιτικά. Θα πάρουν δώρο από τους γονείς τους. Είναι η σειρά τους να δείξουν την αγάπη τους στους φτωχούς φίλους τους
Έτσι και έγινε και κανένα παιδάκι που δεν πήρε δώρο δεν παραπονέθηκε

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

«ΔΥΟ ΚΑΛΑ ΛΟΓΙΑ ΑΛΗΘΙΝΑ»,
μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

της Κατερίνας Τζωρτζακάκη  
  
Μια φορά κι έναν καιρό πλησίαζαν τα Χριστούγεννα…
Όλα ήταν στολισμένα, οι δρόμοι, τα σπίτια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα…
Στο σπίτι μιας γιαγιάς, που ζούσε μόνη της, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη φάτνη ήταν ένα προβατάκι.
Ήταν λίγο ανήσυχο. Δεν του άρεσε να περιμένει. Γκρίνιαζε διαρκώς.
«Βαρέθηκα εδώ μέσα! Θέλω να βγω έξω, στους δρόμους! Να δω τον κόσμο, να περπατήσω, να ζήσω περιπέτειες! Όλον τον χρόνο κλεισμένος στο πατάρι και τώρα εδώ κάτω χωρίς να κάνω τίποτα…»
«Κάνε  λίγη υπομονή, του έλεγε το γαϊδουράκι της φάτνης. Θα έρθει σε λίγες μέρες ο Άγιος Βασίλης.»
Όμως το προβατάκι δεν είχε υπομονή…
Κι έτσι, μια μέρα πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, όταν η γιαγιά άνοιξε τη μπαλκονόπορτα για να απλώσει τα ρούχα όρμησε έξω!
«Περίμενε, προβατάαακι!», φώναξε το γαϊδουράκι μα ήταν αργά. Το προβατάκι είχε ήδη πηδήξει από το μπαλκόνι και είχε βγει στον δρόμο.
Περπατούσε για ώρες μέχρι που βγήκε σε έναν δρόμο με πολλά μαγαζιά. Ήταν χαρούμενο μα και φοβισμένο. Αυτός ο κόσμος του ήταν ξένος. Άνθρωποι πολλοί περπατούσαν με σακούλες ή και χωρίς.  Περπατούσαν σκεφτικοί ή μελαγχολικοί ή άλλοι ήταν θυμωμένοι και μάλωναν ο ένας με τον άλλον. Του έκανε εντύπωση αυτό. Του είχαν πει πως τα Χριστούγεννα όλοι ήταν αγαπημένοι.
«Δύσκολα τα πράγματα…», άκουσε μια φωνή από δίπλα.
Γύρισε και είδε ένα ποντικάκι που του έκλεισε το μάτι.
«Νόμιζα πως όλοι θα ήταν χαρούμενοι…», είπε το προβατάκι δειλά.
«Κάποιοι είναι, μα λίγοι. Οι περισσότεροι στενοχωριούνται που δεν έχουν όσα θα ήθελαν. Κι άλλοι θυμώνουν με αυτό και μαλώνουν με τους άλλους. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;», είπε το ποντικάκι.
Το προβατάκι κοίταξε απορημένο.
«Ένα μαύρο σύννεφο έχει απλωθεί πάνω από την πόλη…»
Το προβατάκι σήκωσε το κεφάλι. Ένα μαύρο σύννεφο, απειλητικό έκρυβε τα αστέρια.
Γύρω του όλο και περισσότεροι άνθρωποι στενοχωρημένοι, όλο και περισσότερες φωνές, θυμός και άσχημα λόγια.
Ξαφνικά ακούστηκαν καμπανάκια…
Κι ύστερα ένα μεγάλο…
Μπαμ!
Το προβατάκι και το ποντικάκι έτρεξαν προς το μέρος από όπου ακούστηκε ο θόρυβος.
Και τι να δουν! Κάτω από ένα ψηλό δέντρο…
Ήταν ο Άγιος Βασίλης!
Το έλκηθρο ήταν πεσμένο κάτω.
Οι τάρανδοι είχαν λυθεί.
Ο σάκος του είχε ανοίξει και όλα τα δώρα είχαν σπάσει.
«Με αυτό το μαύρο σύννεφο δεν μπορούσα να δω μπροστά μου! Έπεσα στο ψηλό δέντρο! Καταστροφή! Τα παιδιά δεν θα πάρουν δώρα», έλεγε ο Άγιος Βασίλης και χοροπηδούσε πανικόβλητος.
Το ποντικάκι που ήταν πολύ τολμηρό τον πλησίασε.
«Θα σε βοηθήσουμε εμείς, Άγιε Βασίλη! Θα σώσουμε τις γιορτές. Πες μας τι θέλεις και θα το κάνουμε!»
«Μα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα… Τα παιχνίδια καταστράφηκαν. Όλα τα παιδιά αύριο θα είναι λυπημένα…»
«Μα είναι πραγματικά καταστροφή…» , είπε το προβατάκι.
«Κάτι θα μπορούμε να κάνουμε, είπε το ποντικάκι αποφασιστικά. Ένα λεπτό! Έχω μια ιδέα!»
«Τι;» είπε ο Άγιος Βασίλης και σταμάτησε να χοροπηδάει.
«Στην αποθήκη που κρύβομαι κρυφοκοίταξα ένα αγόρι, όταν σου έγραφε το γράμμα. Δεν ζήτησε παιχνίδι. Ζήτησε… Κάτι άλλο…»
«Τι;», ρώτησαν ο Άγιος Βασίλης και το προβατάκι ταυτόχρονα.
«Ζήτησε δυο λόγια καλά αληθινά!», είπε το ποντικάκι.
«Το θυμάμαι! Το διάβασα αυτό το γράμμα! Νόμιζα πως ήταν φάρσα και δεν του έδωσα σημασία…», είπε ο Άγιος Βασίλης σκεπτικός.
«Δεν ήταν φάρσα. Αυτό το αγόρι είπε πως είχε παιχνίδια και πως από τη ζωή του του λείπουν δυο καλά λόγια αληθινά.»
«Δυο καλά λόγια αληθινά αρκούν για να γεμίσει αστέρια η καρδιά σου», είπε το προβατάκι.
«Τότε πάμε! Πάμε να δώσουμε σε κάθε παιδί δυο καλά λόγια αληθινά!», φώναξε ο Άγιος Βασίλης και ανέβηκε στο έλκηθρο.
«Πάμε!», είπαν το προβατάκι και το ποντικάκι κι ανέβηκαν κι αυτά στο έλκηθρο με ενθουσιασμό αλλά και αγωνία.
Πήγαν πρώτα στο αγόρι που είχε γράψει το γράμμα.
«Σε περίμενα, Άγιε Βασίλη…», είπε το αγόρι.
«Έχω για σένα δυο καλά λόγια αληθινά», είπε ο Άγιος Βασίλης και του ψιθύρισε στο αυτί τα λόγια αυτά.
Στο άκουσμά τους η καρδιά του παιδιού γέμισε με αστέρια.
«Τα χρειαζόμουν! Κάθε παιδί τα χρειάζεται… Οι μεγάλοι μερικές φορές το ξεχνάνε…», είπε το παιδί και αγκάλιασε τον Άγιο Βασίλη.
«Λες να αρέσουν και στα άλλα παιδιά; Δεν έχω παιχνίδια να τους δώσω», ρώτησε με αγωνία ο Άγιος Βασίλης.
«Στην αρχή μπορεί να απογοητευτούν όταν δεν δουν παιχνίδι. Μα όταν ακούσουν δυο καλά λόγια αληθινά, θα γεμίσει με αστέρια η καρδιά τους…»
«Σε ευχαριστώ, μικρέ μου φίλε, είπε ο Άγιος Βασίλης. Νομίζω πως μας έσωσες!»
Το αγόρι είχε δίκιο. Στις επόμενες επισκέψεις του Άγιου Βασίλη τα παιδιά απογοητεύονταν όταν τον έβλεπαν χωρίς σάκο. Όταν όμως τους ψιθύριζε τα λόγια που έβγαιναν από τη ζεστή καρδιά του, χαμογελούσα γλυκά, σαν μαγεμένα. Για κάποια ήταν εμπειρία πρωτόγνωρη.
Ο Άγιος Βασίλης, το ποντικάκι και το προβατάκι της φάτνης επισκέφθηκαν όλα τα σπίτια. Οι καρδιές όλων των παιδιών της πόλης γέμισαν αστέρια.
Το επόμενο πρωί οι γονείς τους τα ρώτησαν τι έφερε ο Άγιος Βασίλης. Κι εκείνα τους απάντησαν με δυο καλά λόγια αληθινά. Και γέμισαν αστέρια και οι καρδιές των γονιών τους. Κι ύστερα οι γονείς βγήκαν έξω και είπαν δυο καλά λόγια αληθινά στους γείτονες. Κι εκείνοι στους φίλους τους. Και έτσι λίγο-λίγο οι καρδιές όλων γέμιζαν αστέρια. Και το μαύρο σύννεφο άρχισε να διαλύεται καθώς τα αστέρια απλώνονταν στον ουρανό. Ήταν αστέρια, όχι σαν αυτά που βγαίνουν τη νύχτα. Αστέρια αόρατα και μαγικά, που μας δίνουν τη δύναμη να συνεχίζουμε.
Ο Άγιος Βασίλης επέστρεψε στη χώρα του, το ποντικάκι στην αποθήκη και το προβατάκι της φάτνης στο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά ήταν αλλαγμένη. Τα μάτια της έλαμπαν και χαμογελούσε. Ο ταχυδρόμος που πέρασε το πρωί της είπε κι εκείνης δυο καλά λόγια αληθινά…